Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 7 Deadly Sins Series. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 7 Deadly Sins Series. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

- 2 - Λαιμαργία | Τα επεισόδια των 7 Αμαρτημάτων

Στην Αγγλία του 14ου αιώνα, κάπου σε κάποιον πλακώστρωτο δρόμο του Λονδίνου, η νύχτα απλωνόταν σαν απειλητική φιγούρα μέσα από τις σκιές των σπιτιών...

Η μυρωδιά της γλίτσας στους δρόμους ήταν αισθητή, και μοναδικός ήχος της νύχτας ήταν οι ανάσες των αλόγων που κοιμόντουσαν.

Η πείνα μέσα στη νύχτα ήταν τρομερή για τους φτωχούς που βρεχόντουσαν δίπλα από τους υπονόμους πεινασμένοι.

Το μόνο που έβλεπαν ήταν τα γυαλιστερά παπούτσια των πιό εύπορων να βαδίζουν επιδεικτικά μπροστά τους.

Ενας από αυτούς, ο πιό νέος, τους ζήλευε. Τους ζήλευε που δεν ένιωθαν τον οίκτο απέναντι στους φτωχότερους, που δεν τους πέταγαν ένα κομμάτι ψωμί, ή ένα μικρό νόμισμα. Τους σιχαινόταν που αισθανόταν την αδιαφορία τους, που ήταν σαν να απορούσε κι ο ίδιος για την ύπαρξή του.

Ένα βράδι, κι ενώ κάποιος του χε πετάξει ένα κομμάτι από μήλο (δε νομίζω πως το έκανε συνειδητά - περισσότερο το πέταξε μή θέλοντας άλλη μπουκιά), πέρασε από μπροστά του μία γυναίκα.

Ο χρόνος για κείνον σταμάτησε. Καθώς παρατηρούσε το ευτραφές κορμί της και τα γυαλιστερά της παπούτσια, τα εύθραυστα χεράκια της και το γαλακτερά πορσελάνινο δέρμα της, είδε πως το κορίτσι ντροπαλά τον είχε κοιτάξει - δίχως οίκτο αυτή τη φορά, καθώς έπρατταν οι περισσότεροι.

Ο ζητιάνος, πετώντας το κοτσανάκι από το μήλο που του 'χε μείνει, σηκώθηκε μαγεμένος να ακολουθήσει τη κοπέλα. Μέσα από τις σκιές, ενωμένος με τις σιγανές ανάσες των αλόγων, έσερνε μαγεμένος τη νοσηρή του μορφή.

Μέχρι που σε μία γωνία, κατάφερε να την αρπάξει κλείνοντας το στόμα της, και σέρνοντάς την πανικοβλημένη στη πιό σκοτεινή γωνία. Αρχισε να της δαγκώνει το στόμα, τα δάχτυλα, τη κοιλιά, τον λαιμό - τις ξέσκιζε οδυνηρά τη σάρκα με τα τριμμένα του δόντια μέχρι που το κορίτσι έπαψε να κινήται.

Εκείνος, μόλις χόρτασε από το κορμί της γυναίκας, έτρεξε ξανά να γίνει ένα με τις σκιές.

Κι η γυναίκα, βαμμένη με το αίμα της στο κίτρινο φόρεμά της, άφησε τη πνοή της, μαζί με ένα δάκρυ.

Που δε το άκουσε κανείς να πέφτει στο γλιστερό πεζοδρόμιο.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

- 1 - Λαγνεία | Τα επεισόδια των 7 Αμαρτημάτων

Σκοτάδι.

Η πόλη ίσα που έχει βυθιστεί στον ύπνο, κι αυτός είναι ακόμη ξύπνιος. Βλέπει τηλεόραση, τρώει πατατάκια, κοιτάει τη φωτογραφία της γκόμενάς του στο διπλανό τραπεζάκι πίνοντας μπύρα και τρώγοντας κάτι μπαγιάτικα και σκονισμένα φυστίκια.

Αναρωτιέται χαμηλόφωνα γιατί έσπασε το γυαλί της σχέσης τους, αφού στο κρεββάτι ήταν τρομεροί κι οι δύο.

Χωριστά.

Οι γονείς του λείπουν.

Κοιτάει το τηλέφωνο.

Για λίγο το σκέφτεται.

"Έλα, ρε Στέλλα... [...] Καλά ειμαι... [...] Όχι δεν έχω κανονίσει κάτι. [...] Μόνος μου είμαι, δε ξέρω αν θα γυρίσουν απόψε [...] Ναι έχουν πάει Ανάβυσσο σε κείνο το κωλόσπιτο που έχουμε για εξοχικό. [...] Γαμηστρώνας; Χα, χα... [...] Τί; [...] Ναι... [...] Και δεν έρχεσαι από δώ; [...] Θα περάσουμε καλά, νομίζω.. [...] Σε περιμένω. [...] Ναι. Τσάο."

Όταν έφτασε η αστυνομία, η κοπέλα ήταν νεκρή. Ο νεαρός, φορώντας ένα γελοίο μποξεράκι, έκλαιγε στους μπάτσους πως δεν ήθελε να της κάνει κακό.

Μπούρδες.