Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007

Ο Δαιμονιστής


Περίληψη από το βιβλίο:

Δεν μπορώ να σας πω τ' όνομά μου, γιατί δεν έχω όνομα. Είμαι γόνος μιας αρχαίας ράτσας.
Είμαι δαιμονιστής. Κι αυτή είναι η ιστορία μου...

Έτσι ξεκινά η αφήγηση ενός ανθρώπου που δεν είναι ακριβώς άνθρωπος. Ενός πλάσματος που ζει με διάφορες μορφές ανάμεσά μας. Το πρόβλημα και ταυτόχρονα η κόλασή του είναι ο έρωτας.
Γι' αυτόν κλέβει, γι' αυτόν σκοτώνει, γι' αυτόν βυθίζεται διαρκώς στην αθλιότητα. Η ιστορία του διαβάζεται σαν άγριο θρίλερ ή σαν απίστευτο βέβηλο χρονικό. Όμως πίσω από τις συγγραφικές επινοήσεις που υποδαυλίζουν έντεχνα μιαν ατμόσφαιρα μυστηρίου, αγωνίας αλλά και απόγνωσης, O δαιμονιστής αποτιμάται πρώτιστα ως μια βαθιά στοχαστική αναζήτηση των ορίων και των διαστάσεων της ερωτικής επιθυμίας. Ως ένα βιβλίο φαντασίας που φωταγωγεί αδιάκριτα τις σκοτεινές ατραπούς της ηδονής, εκεί όπου θρυμματίζεται αλλά και ανασυντίθεται κάθε φορά η ανθρώπινη υπόσταση.


Αγόρασα το βιβλίο με περίσσια χαρά διαβάζοντας αυτό το κείμενο, πριν από τέσσερις περίπου μήνες. Το διάβασα σε 2 το πολύ νύχτες!


Η αλήθεια είναι πως μάλλον το υπερεκτίμησα. Βλέπετε, ως εραστής των Δαιμόνων και των Βρυκολάκων, υπέθεσα πως κάτι τέτοιο θα διαπραγματεύεται το βιβλίο. Κι έπεσα έξω.

Το βιβλίο ήταν καλό, αλλά έχω κάποια προβλήματα ακόμη με αυτό.

Ως υπόθεση, ήταν πιασάρικο, με όμορφες περιγραφές (μου θύμισε αρκετά τον τρόπο που έχει γραφτεί το "Αρωμα" του Πάτρικ Ζίσκιντ) αλλά με ένα τεράστιο κατά: το βρίσιμο.

Ηταν αισχρό μερικές φορές, όχι όμως από τις πράξεις των ηρώων, αλλά από την γλώσσα του συγγραφέα.

Η βωμολοχία (δεν είμαι του πουριτανισμού) δεν είναι κακή - όμως μέχρι ενός σημείου!

Σε ένα βιβλίο όπως είναι αυτό, που η ροή του βιβλίου τρέχει και σε κρατά σε εγρήγορση (τόσο πολύ που δε προλαβαίνεις να πεις "ουφ" και ξαφνικά, νά σου από την αρχή νέα περιπέτεια), δεν είναι όμορφο να βρίζεις τόσο πολύ. Και κατά τη γνώμη μου, είναι ένα από τα πράγματα που δεν θα αφήσουν τον Δαιμονιστή να γίνει ένα κλασσικό βιβλίο της Σύγχρονης λογοτεχνίας.


Προσωπικά, προτιμώ το στύλ Ξανθούλη - μπορεί να σε βρίσει και να μη το πάρεις και χαμπάρι!

Το χιτ βέβαια του βιβλίου είναι τα 2 τελευταία "κεφάλαια" και με αποκορύφωση το τέλος, σου αφήνει μιά γλυκόπικρη ανάμνηση αυτού του τέρατος.

Θα ήθελα απλά να πώ στον Ωγκίστ (καλό, ε) πως έχει το ταλέντο της συγγραφής, να μην αναλώνεται σε λέξεις που υποτιμούν το ταλέντο του.
Και μιάς που το έθιξα αυτό, θα ήθελα να συμπληρώσω, πως πριν από 15-20 μέρες, σε ένα BHMAgazino, ή Κ, δεν θυμάμαι ακριβώς, ήταν μιά κοπελιά στη στήλη των βιβλίων και έκανε τις περιλήψεις των βιβλίων. Οπως είναι λογικό, έγραψε ένα άρθρο για τον Αύγουστο Κορτώ και τον Δαιμονιστή.
Μεταξύ πολλών αλλοπρόσαλλων γυναικουλίστικων "ουάου", έγραψε πως είναι η καλύτερη γραφή σύγχρονου έλληνα, έγραψε πως είναι τεχνίτης των λέξεων, πως η εξωτερική του ομορφιά συνάδει αυτής της γραφής του, και ένα γλύψιμο, άλλο πράμα. Κάποια στιγμή νόμιζα πως διάβαζα άρθρο για τον Αρθούρο Ρεμπώ, όχι για τον Αύγουστο Κορτώ.
Ναι, πες τα καλά του, αλλά μη κάνεις σαν δεκαπεντάχρονη που μόλις έχει δεί τον Ρουβά να σκίζει το πουκάμισό του μπροστά σου!
Γιατί πρέπει να υποτιμούμε τόσους συγγραφείς;
Ο Νίκος Βλαντής κατά τη γνώμη μου είναι πολύ καλύτερος μπροστά στον τρόπο γραφής του Κορτώ, και απο όσα ξέρω (όντας Vlandis Fan) έχει πολλούς περισσότερους αναγνώστες!
Λοιπόν, καλός ο Δαιμονιστής, αλλά δεν τον προτίνω σε ανθρώπους που αγαπούν περισσότερο την Ακαδημαϊκή γραφή. Αυτά.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.


Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Nouvelle Vague... Γίνεται?

Σπούδασα σκηνοθέτης. Τελείωσα πριν από 2 βδομάδες τις σπουδές μου, και στέκομαι υπερήφανα που τα κατάφερα.

Βλέπετε, υπάρχουν πολλά εμπόδια στα όνειρά μου... Κι ελπίζω να μή με παρεξηγήσετε για τη λογοδιάρροιά μου!


Ξεκίνησα τις σπουδές μου το 2004, στη σχολή Σταυράκου. Μαζί με μένα, εννοείται πως ξεκίνησαν κι άλλα παιδιά τις σπουδές στο αντικείμενο αυτό.

Από τη πρώτη κι όλας μέρα, αδιόρατα, χωριστήκαμε οι σπουδαστές, από τους χομπίστες.

Δεν ήταν ρατσιστικό, να πεις πως "Εγώ, ήρθα εδώ, να βγάλω φράγκα από τη τέχνη μου", ούτε και καταδικαστέο να πεις "Εγώ 'στάρω το σινεμά, και θέλω να μάθω τα μυστικά του". Όμως υποσυνείδητα, υπήρχε ο "ρατσισμός".


Στο πρώτο έτος, στα αναγνωριστικά πρώτα μαθήματα, ξέραμε πως βασική προϋπόθεση για να συνεχίσεις, ήταν η θέληση κι η τόλμη.

Το point is το πρώτο και τελευταίο πράγμα που έμαθα από τη γκόμενα που μου έκανε Αισθητική κινηματογράφου:

"Είσαι εδώ, είτε έχεις τα λεφτά, είτε όχι, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το άν θα αντέξεις από αυτή τη στιγμή να βγάλεις από πάνω σου τη ματιά του θεατή. Θα έχεις το μάτι του κινηματογραφιστή, ακόμα κι αν παρατήσεις τη σχολή σε έξι μήνες. Θα βασανίζεσαι, θα βλέπεις μια ταινία, και θα τη βλέπεις σαν δημιουργός. Αν είσαι έτοιμος, προχώρα."


Οταν ξεκινήσαμε τη σχολή, εμείς η τάξη του 2004, ήμασταν 20 σκηνοθέτες κι άλλοι 15 εικονολήπτες. Οταν αποφοιτήσαμε, είχαμε μείνει 15 μεικτοί.

Γιατί?

Διότι, είτε δεν άντεξαν αυτό που 'χε πεί εκείνη η καρικατούρα για καθηγήτρια, ή απλά επειδή δεν ήταν αρκετά υπεύθυνοι για να τελειώσουν κάτι με αβέβαιο επαγγελματικό μέλλον.

Στο πρώτο έτος, λοιπόν, ήταν κάποιοι τύποι στο τμήμα... Θα ασχολειθώ με τη μία μόνο.

Ηταν λέει καθηγήτρια Φυσικής... Μιά μικρή, κοντή κομπλέξω, προσθέτω εγώ. Δε με νοιάζει το ότι γράφτηκε ως σπουδάστρια Σκηνοθεσίας, όσο με πείραξε η απάντησή της στο "Γιατί ήμαστε εδώ" που έθεσε ο μέγας Σκαλενάκης στο πρώτο μάθημα Θεωρίας...

"Ετσι... χωρίς λόγο... απλά μου αρέσει... μάλλον για χόμπι..."

[Παύση]

Χόμπι. Ναι, όντως γιατί όχι? Δεν δώσαμε πολλοί από 5.000 ευρώπουλα/χρόνο απλά για ένα ....χόμπι.

Θα μου πεις, τα δικά σου λεφτά τρώει? Οχι. Απλά τον χρόνο μου. Γιατί τα παράτησε αμέσως μετά το τέλος του Πρώτου έτους.

Και στην αποφοίτηση, μείναμε εμείς κι εμείς...! Αυτοί που όντως θέλουμε να γίνουμε κινηματογραφιστές, και που πολλοί από μας, δεν τα είχαμε έτοιμα τα 15 χιλιάρικα για να σπουδάσουμε σκηνοθέτες (γιατί εικονολήπτες όσο να 'ναι, πιό εύκολα βρίσκεις δουλειά) σε μία κωλοχώρα που δεν έχει ΚΑΝ σινεμά.

Θα μου πείτε, ΜΑ! έχουμε τη χρυσή δεκαετία.
Θα σας πω ΜΠΑ! τί μου λέτε! Την εποχή δηλαδή που στην Ιταλία ο Φελίνι έκοβε κι έραβε σε κινούμενους καμβάδες αριστουργήματα σύγχρονης τέχνης, εμέις εδώ γελούσαμε με τη βλάχικη προφορά της Στυλιανοπούλου και το αδερφίστικο στυλάκι του Παράβα, και θα το ονομάσουμε και Σινεμά? Με συγχωρήτε... Προφανώς εγώ είμαι λάθος.

Θα μου πείτε, ΜΑ! έχουμε τον Τεό!
Ναι τον Angelbird. Τον μαέστρο της αργόστροφης κυκλικής πλοκής και της μνημειώδους έκφρασης "Φύση, μόνος εγώ, μόνη κι εσύ, πάρε ένα μπισκότο". Αυτό το χρυσό παράδειγμα ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ! που σε κάνει να απορείς "Η Ελλάδα είναι πάνω ή κάτω από τη Ρωσσία"... Και που λατρεύεται από άλλους folklore σχιστομάτηδες, φανατικούς του Πειραματικού Κινηματογράφου. Αυτόν, τον υπέρτατο αλτρουϊστή συναδέλφου, που έλαβε τον Φοίνικα με ύφος "Μή σας πω μου τον χρωστούσατε κι όλας". Αυτόν τον χρυσό άνθρωπο, που ενώ έχει ήδη δικά του λεφτά, απαιτεί σε κάθε του παραγωγή χορηγία από το Κέντρο Κινηματογράφου.
Κρίμα, γιατί εγώ νόμιζα πως το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου υπάρχει κυρίως ως οικονομική βοήθεια στους νεότερους σκηνοθέτες που δέν έχουν χρήματα να διαθέσουν για να συνθέσουν με ψυχή και αίμα ένα όραμά τους, μία ταινία.


Μάλιστα, αυτό είναι το Σινεμά μας.
Αν εξαιρέσεις κάποιες ταινίες, φωτεινά παραδείγματα σωστής τεχνικής, αυτό είναι το Ελληνικό Σινεμά.

Και εύλογα, θα με ρωτήσετε, "κι εσύ αφού τα κατηγορείς και τα ήδη ξέρεις, τί σκατά κάνεις εκεί;"

Το όνειρό μου πραγματικότητα κάνω.
Θέλω να φτιάξω ταινίες, ή να σκηνοθετήσω-βοηθήσω σε μία σπιρτόζικη τηλεοπτική σειρά.
Θέλω να δώ κι άλλους νέους καλλιτέχνες να συμφωνούν, και να βοηθήσουν μαζί μου.


Ρε πούστη μου, είναι τόσο δύσκολη μία Ελληνική Νουβέλλ Βάγκ?
Οχι, το λέω γιατί οι έλληνες κάπως την έχουμε δει με τους άλλους λαούς του κόσμου, και δεν είπαμε ποτέ "Ναι ρε παιδί μου, οι κουτόφραγκοι έχουν γυρίσει και σελίδες της ιστορίας."

Και δε θέλω τη Νουβέλλ Βαγκ των επωνύμων!

Είμαι 22 ετών, και κουβαλάω ένα άγνωστο επίθετο. Ηδη φοβάμαι καλά καλά για τις εξετάσεις Αδειας ασκήσεως επαγγέλματος.

Δε με λένε Αγγελοπούλου, Καρβέλα, Θήλυ Βούλγαρη, ή Άρρεν Βούλγαρης, ούτε Σοφία Κόπολλα, κι ούτε καλά καλά δε με λένε εκείνον εκεί το πρώην αμόρε της Πάρις Χίλτον τον Κώστα έχω-πλοία-πολλά.

Εγώ δηλαδή, δεν αγαπώ το σινεμά;
Και μή σας πώ και πιό πολύ;
Γιατί;;;!
Μα, είναι δυνατόν να αναρωτιέστε το γιατί;;

Θα απαντήσω με απλότατο ερώτημα.
Σπούδασες μάνατζερ. Ησουν φτωχός κι άγνωστος και σου είπαν πως σε μία εταιρία δέχονται κόσμο μόνο με τεράστια βιογραφικά. Ομως... ο διευθυντής, ήταν ο γιός του ιδιοκτήτη... κι ίσα ίσα που έβγαλε μιά σχολίτσα.

Η κόρη Βούλγαρη, φέτος, νά σου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (και μάλιστα σε συνέντευξή της στο Κ της Κυριακής δήλωσε πως δεν θέλει να κάνει ταινίες). Ο γιός Βούλγαρης στα 25 του, νάσου με ταινία μεγάλου μήκους ("Ροζ") - σε μία χώρα που αναγκάζεσαι να είσαι μικρομηκάς μέχρι τα 37 σου για να βγάλεις κεφάλαια -. Η κόρη Βίσση - Καρβέλα, νά σου σειρά υπερπαραγωγή στο mega. Κι εκείνη κοντά στα 25. (Μία όμως ηθοποιός της σειράς, σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη Σοφία Καρβέλα, όλως τυχαίως -;- ξέχασε να υμνήσει το ταλέντο της νεαράς.) Καλά, και για τη κόρη Angelbird δεν είχα αμφιβολία... Θα τρέξει σύσσωμο το κέντρο Κινηματογράφου να της γλύψει τα πισινά...

Εμείς ρε παιδιά, γιατί δεν έχουμε μέλλον;
Επειδή ήμαστε χωρίς βύσματα;

Επειδή εγώ παρέδωσα μία πτυχιακή ταινία που δεν ήταν για τα δόντια τους, πάει να πει πως είμαι ΟΥΦΟ;
Που δούλεψα πάνω της 2 χρόνια, που τη μόνταρα χωρίς βοήθεια, πού, πού, πού;
Και μου λέει ο άλλος, από το πρώτο καρέ, "Τί λέει εκεί δε καταλαβαίνω;"
Ναι ρε φίλε, κάτσε να σου μεταφράσω τη Κθουλική Μυθολογία!

Λοιπόν, ναι, μία Νουβέλλ Βαγκ κι ας μήν έχω το Τρυφώ για επίθετο.

Φτάνει πιά !

Re-Entry

Μετά από πολύ καιρό, επανέρχομαι στο blogging...

Δυστυχώς η σχολή απομύζησε πολλές από τις ελεύθερες ώρες μου, αλλά τώρα, μπορώ να είμαι συνεπής στα άρθρα μου!

Αποφοίτησα κι επιτέλους, έχω λίίίίγο χρόνο παραπάνω!


Ελπίζω να είστε όλοι καλά!

Δευτέρα 9 Απριλίου 2007

Η ΣΚΙΑ - ΤΕΥΧΟΣ 2ο



Βαρέθηκα τις ζήλιες σου, επιτέλους!
Τί ώρα θα έρθεις σπίτι... ανησυχούμε...
Γιατί δε ξέρεις τη μετάφραση που σας είπα να μάθετε;
Οχι, νεαρέ... τα ρέστα που σου έδωσα είναι σωστά.
Γιατί δε με ακούς, γιατί δε καταλαβαίνεις τι σου λέω;

Δε σας αντέχω.

Δε σε αντέχω!

Σκοτάδι.

Αισθάνεται τα μανίκια του βρεγμένα. Γύρω μαυρίλα. Κοιτάει τους καρπούς του... Δεν ξαφνιάζεται με το σχισμένο του δέρμα. Κοιτάει γύρω. Ξανά και ξανά.

Πού είμαι;

Ακούστηκε ένα σούσουρο από μακριά. Τρομάζοντας, ξανακοιτάει γύρω του. Αρχίζει να ιδρώνει στις παλάμες, δαγκώνει το κάτω χείλος του με αγωνία.

Λοιπόν, εδώ είμαστε.

Έχω πεθάνει;
σκέφτηκε ακούγοντας αυτή τη φωνή. Γέρικη και ίσως περισσότερο αλλοπρόσαλλη από ότι σοφή, ακουγόταν η ανάσα της σε κάθε συλλαβή.

Οχι, δε πέθανες.

Και τί σκατά κάνω εδώ πέρα; Εγκρίσεις για Παράδεισο δε κάνουν Κυριακάτικα.

Σκέφτηκα να σου δώσω μιά ευκαιρία που πάντα ζητούσες.

Δηλαδή;

Θα σου δώσω την ευκαιρία να δεις τι προκάλεσε η πράξη σου σε αυτούς που θέλησες να εκδικηθείς...

Α, ωραία!...

...Και - ΚΥΡΙΩΣ - να ζήσεις ένα εικοσιτετράωρο μεταξύ τους. Αόρατος και άϋλος, μπορώντας να πας παντού και να ακούσεις τα πάντα... Χωρίς κανείς να σε δεί. Χωρίς κανείς να μή μπορεί να σε ακούσει...

Τέλεια!

...ή να σε αισθανθεί.

Α.

Ναι... στο κράτησα τελευταίο.

[Σιωπή]

Δέχεσαι... ή όχι;

Και μετά τί θα κάνω; Θέλω να πω, μετά τις 24 ώρες τί θα γίνει;

Άμα σου πω από τώρα, δε θα 'χει γούστο.

Δεκτό.

[Σιωπή]

Εσύ, τώρα... είσαι ο Θεός - και καλά;

Πέρασαν δυο - ίσως και δέκα - λεπτά σιγής.
Γύρω, ακόμη το σκότος.


Μέχρι που ξημερώνοντας, βρέθηκε στο κρεββάτι της μνηστής του.



Συνεχίζεται...

Σάββατο 24 Μαρτίου 2007

Η ΣΚΙΑ - ΤΕΥΧΟΣ 1ο



Κι αν δε γυρίσεις;
Ποιός νοιάστηκε ποτέ αν εσύ ζεις τελικά;
Κι όλη εκείνη η αχαλίνωτα αυτοκαταστροφική εφηβεία, που αποσκοπούσε τελικά;
Στο να σε κοιτάξουν;
Στο να γίνεις άξιος προσοχής;
Μα, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! τί;;

Η φωνή ακουγόταν από πολύ μακριά. Θαμπή, δίχως εικόνες. Ο Χάρης ήταν ξαπλωμένος σε ένα κρεββάτι νοσοκομείου. Μάτια κλειστά, και σώμα καθηλωμένο από τη ψυχική κούραση.
Άκουγε, αλήθεια;
Μέσα στο κεφάλι του φαντασιωνόταν πως ήταν μόνος στο δωμάτιο, πως κοίταζε το ταβάνι αραχτός και χωρίς σκοτούρες στο μυαλό του.
Μέσα στην αδιόρατη κατάθλιψή του κι όπως είχε τα μάτια του κλειστά, προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια του, κι έπειτα από λίγη προσπάθεια, τα παράτησε. Τα χέρια του τα ένιωθε σφιγμένα, σχεδόν σαν το αίμα τους να είχε κοπεί από κάποιο σχοινί, από κάποιο λουρί.

Τόσο νέο παιδί! Μα, όλα του τα 'χε! Τα πόδια του, τα χέρια του, τα ματάκια του, το μυαλό του... Μα γιατί να βγεί έτσι δύστροπο...

Ξαφνικά, εκείνος, προτίμησε να σφίξει τσαντισμένος τα βλέφαρά του και να μετρήσει μέχρι το δέκα, βρίζοντας από μέσα του τη μοναξιά που ακόμη και μετά από την απόπειρα αυτοκτονίας του, άκουγε σαν δαίμονες στο μυαλό του.

Μεταξύ σοβαρού και αστείου, και δίχως να τον απασχολεί η ταυτότητα της φωνής που άκουγε τόσην ώρα, σκέφτηκε για λίγο κλεφτά Πως έφτασα εδώ; μα έπειτα ξανάπεσε σε λήθαργο.

Λήθαργος... Το απόλυτο σκοτάδι. Η απόλυτη ησυχία. Ώσπου καταλαβαίνει πως αυτό που του χαλάει την ηρεμία, ήταν ο δυνατός, σταθερός χτύπος της καρδιάς του.

Φασαρία.

Είναι 24 ετών. Όταν τον βλέπεις δεν τον κάνεις ούτε για 18. Μέχρι να μιλήσεις μαζί του.

Κάνε τη να σταματήσει!

Σταμάτησε.


...Συνεχίζεται

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007

Θάλασσα

Η θάλασσα ήταν ήρεμη.
Ο παφλασμός της απλά ήταν μιά μικρή "ηχορύπανση" στα αυτιά της. Ήταν μόνη, καθώς κοίταζε τη γκρίζα, αλμυρή, χειμωνιάτικη θάλασσα. Πού και πού αισθανόταν κάποιες στάλες από τον αφρό της να τη ψεκάζουν απότομα στα μάγουλα. Τα μαύρα της μαλλιά στεκόντουσαν ήρεμα στους ώμους της, πότε κλείνοντας της τα μάτια.. πότε γαργαλώντας την στον όμορφο λαιμό της.
Σκεφτόταν; Δε νομίζω. Απλά έψαχνε τον ορίζοντα. Μάντευε την απόσταση του... Χάζευε τα σύννεφα... Πότε πότε ένα αμυδρό μειδίαμα σιγοφαινόταν στα χείλη της, πότε πότε έπνιγε και κάποιο δάκρυ πίσω από τα μάτια της.

Είχε σκοπό;
Ήταν εδώ;
Θα γυρίσει από τις σκέψεις της;

Ήταν πολύ νέα. Και σκότεινα όμορφη. Τα μάτια της ήταν πάντα ένα αίνιγμα. Το κορμί της, πολυμαθημένο πιά, και ποτέ δωσμένο σε έναν μοναχά, κουβαλούσε τις πληγές της ψυχής της.

Μόνο στη θάλασσα ψέλλιζε λόγια. Λόγια που δεν ακούστηκαν ποτέ έξω από τα κατακόκκινα χείλη της.

Κι η θάλασσα, όσο την άκουγε, γινόταν μανιασμένη και άγρια. Σαν να αντιδρούσε σε κάποια προσευχή.

Εκείνη, σηκώθηκε από τα βράχια, γδύθηκε, και πλησίασε περπατώντας με τις άκρες των ποδιών της πρός τον αφρό. Δεν αντέδρασε όταν το παγωμένο νερό τύλιξε τους λεπτούς αστραγάλους της. Προχώρησε στα βαθιά, φορώντας μοναχά ένα δερμάτινο βραχιόλι.

Κι αφέθηκε.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2007

Ο Φιλος μου

Δε ξέρω από πότε έχω τη πρώτη μου ανάμνηση μαζί του. Η μητέρα μου λέει πως με ήξερε πολύ καλά από όταν ήμουν μωρό.
Δεν άφηνε κανέναν να με πλησιάσει... Λένε και κατάλαβα κι εγώ αργότερα, πως δεν άφηνε κανέναν να με πειράξει. Με κοίταζε στα μάτια, σύντροφος σωστός, και προσπαθούσε να με βοηθάει άσχετα με το μέτρο της αγάπης μου. Δεν τον ένοιαζε, ήθελε μόνο να είμαι καλά, κι ας γκρεμιζόταν να σκορπιστεί ο κόσμος όλος.
Ήταν η οικογένεια μου. Ήταν ο φίλος μου άκουγε σαν έκλαιγα. Ακουγε δίχως να μιλάει βλακείες ανθρώπινες, με κοιτούσε και με καταλάβαινε.

Έτρωγε μαζί με την οικογένειά μου. Στο τραπέζι όπως όλοι.
Και ήξερε πότε έκανε γκάφα και διακριτικά ζητούσε μιά συγνώμη.
Δε μισούσε κανέναν εκτός από αυτούς που του έκαναν κακό. Και που του δημιούργησαν φοβίες.

Δεν τολμούσε ο ουρανός να βρέξει. Δε τολμούσε ο κεραυνός να ακουστεί κι εκείνος έκλαιγε από φόβο και έτρεμε στην αγκαλιά μου.

Μεγαλώνοντας, η όρασή του άρχισε να σβήνει... Η όσφρησή του χάλασε.
Ήταν μονίμως ξαπλωμένος στο κρεββάτι, ασάλευτος. Να πέφτει σε ύπνο βαρύ και να τον σκουντάω με λαχτάρα να ξυπνήσει. Να δω πως ζει.
Και η τουαλέττα του ήταν πολύ δύσκολη. Με το ζόρι σηκωνόταν.

Οι τρίχες του άσπρισαν κι έχασαν τη λάμψη τους. Τα δόντια κιτρίνισαν. Η φωνή βάθυνε. Το περπάτημά του αλλοιώθηκε. Τα μάτια του γίναν εξώκοσμα γαλάζια από τον καταράκτη. Η ανάσα του λιγόστεψε.

Και στις 13 Ιουλίου του 1998 έφυγε από το σπίτι, μακριά, να πεθάνει μόνος. Δεν τον ξανάδα από τότε. Ξέρω μόνο πως μου λείπει. Και κλαίω που δεν είναι πιά εδώ.

Κι αυτός ήταν ο Θάνατος του καλύτερού μου φίλου.



RUDY
Oct 1983 - July 1998
In Memoriam